Πρόσωπα και Πολιτισμός
Οδυσσέας Γωνιάδης












Φωτογραφίες: faretra.info – Αρχείο Οδυσσέα Γωνιάδη
Ο Οδυσσέας Γωνιάδης είναι ένας εμβληματικός σκηνοθέτης, ηθοποιός ο οποίος έχει συνδέσει άρρηκτα το όνομά του με την πολιτιστική και θεατρική αναγέννηση της Βέροιας.
Τον Οκτώβριο του 2025, ο Δήμος Βέροιας και η ΚΕΠΑ τίμησαν επίσημα τον καλλιτέχνη για την πολυετή προσφορά του. Στο πλαίσιο αυτό, δόθηκε το όνομά του στη θεατρική αίθουσα της Αντωνιάδειου Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, η οποία πλέον ονομάζεται επίσημα Θεατρική Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης». Στον χώρο αυτό φιλοξενούνται τακτικά μεγάλες θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες και εκδηλώσεις της πόλης.
Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από συνέντευξη του Οδυσσέα Γωνιάδη στην ηλεκτρονική εφημερίδα faretra.info, στη Δήμητρα Σμυρνή, στις 5/12/2019 (https://faretra.info/2019/12/05/odisseas-goniadis-enas-akourastos-ergatis-politismou/ ).
Γεννήθηκα το 1934 στα Αλώνια της Πιερίας από πόντιους πρόσφυγες γονείς. Όμως από τα μικρά μου χρόνια έχω ζήσει τη Βέροια, γιατί είχα συγγενικούς δεσμούς με την πόλη από τη μητέρα μου, που καταγόταν από τη Μικρή Σάντα.
Είδα κινηματογράφο παιδί στους παλιούς κινηματογράφους της, το Πάνθεον και το Ζάππειο και είχα συνδέσει τη Βέροια με τη φιλοδοξία μου να στήσω κάποτε εδώ ένα επαγγελματικό θέατρο.
Πριν φτάσετε να κατακτήσετε το παιδικό όνειρο, κάνετε μια διαδρομή η οποία εμπεριέχει αθλητισμό και δουλειά καθημερινή σε φαρμακευτικό εργαστήριο αρχικά και υδραυλικές εγκαταστάσεις αργότερα. Πώς καταλήγετε στο θέατρο κι από κει σε μια διοικητική θέση στον πολιτισμό;
Υπήρχε μια μικρή καλλιτεχνική σπίθα που άναψε στο Δημοτικό σε μια σχολική παράσταση, πράγμα που συμβαίνει σε πολλά παιδιά. Όμως στα γυμνασιακά μου χρόνια στη Θεσσαλονίκη ήμουν αθλητής στο βόλεϊ, δρομέας στα 400 και 1000 μέτρα, και αργότερα ποδοσφαιριστής στον Άρη. Δεν σκεφτόμουν τότε το θέατρο.
Όταν κατέβηκα στην Αθήνα το '61, κατέβηκα για ν' ασχοληθώ με το τραγούδι, αυτή η επιθυμία γεννήθηκε εκείνην την εποχή μέσα μου. Εκεί, για να επιβιώσω, έπρεπε να βρω δουλειά. Εργάζομαι σε φαρμακευτικό εργαστήρι. Αποτυγχάνοντας στο τραγούδι -βέβαια είχα δραστηριότητα τραγουδώντας σε διάφορα μαγαζιά στην Πλάκα και στην Τρούμπα, καταλάβαινα όμως ότι δεν ήμουν αυτό που θα επιθυμούσα να γίνω- γράφομαι στη Δραματική Σχολή του Κουνελάκη ξαναγυρνώντας στο αρχικό όνειρο του θεάτρου. Δουλειά το πρωί, θεατρικές σπουδές το βράδυ.
Τελειώνοντας τη Δραματική, το πρωί πάλι δουλειά και το βράδυ θέατρο, παίζοντας σε θεατρικές παραστάσεις πια.
Κάποτε ο Τάκης Μουζενίδης σε μια συνάντησή μας μου είπε «Ξέρεις τον Σαίξπηρ απέξω; Ξέρεις τους κλασικούς;» Με τρόμαξε πραγματικά! Ο Κουνελάκης όμως μ' αγαπούσε και θεωρώ πως μου έμαθε βασικά πράγματα με τα οποία μπόρεσα να συνεχίσω ξεπερνώντας το φόβο μου.
Το '73 ήρθα στη Βέροια και ζήτησα από τον τότε Δήμαρχο Τσαλέρα να μου δώσει έναν χώρο για να κάνω ένα θέατρο.
Ήθελα να κάνω θεατρικό χώρο το τζαμί, θα γινόταν το απόλυτα στρογγυλό θέατρο. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει, αφού, όπως μου είπε, ανήκε στη Μητρόπολη. Μου πρότεινε όμως να έρθω να δω το χώρο της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, που χτιζόταν τότε.
Είδαμε με τον Γιώργο τον Καλογήρου, που ήταν Διευθυντής των Υπηρεσιών του Δήμου τότε, τον χώρο της σκηνής, αν μπορεί να γίνει παράσταση. Και ο χώρος της σκηνής ήταν μικρός – πολύ αργότερα μεγάλωσε – αλλά και οι φωτισμοί ανεπαρκείς. Πήγα τα σχέδια του χώρου σε φωτιστές στην Αθήνα και έγιναν καινούρια σχέδια, που τα έφερα εδώ. Αυτά γίνονται στην εποχή της Δικτατορίας.
Σε παράσταση στο Ναύπλιο γνωρίζω τον γιατρό Γιάννη Γάλλο, που μετά τη Δικτατορία μού αναθέτει ως Δήμαρχος την ευθύνη για τα πολιτιστικά του Δήμου Καλλιθέας. Εκτιμούσε, όπως μου έδειξε, όχι μόνο την καλλιτεχνική μου παιδεία αλλά και την οργανωτική μου ικανότητα, που φάνηκε σε διάφορες προτάσεις μου και στην υλοποίησή τους.
Πιστεύω πως αυτή η εμπειρία στα πολιτιστικά του Δήμου Καλλιθέας με βοήθησε αργότερα και στην αντιμετώπιση ανάλογων ζητημάτων στη διεύθυνση της Στέγης. Αν δεν είχα αυτήν την εμπειρία, ίσως να μην τολμούσα να υποβάλω τα χαρτιά μου, ώστε να διεκδικήσω τη θέση στη Βέροια.
Πέφτοντας η Δικτατορία επανέρχεται στη Βέροια ο πρώην Δήμαρχος Τσελέπογλου και μιλώντας με το Συμβούλιο της Στέγης στο οποίο ήταν και ο δωρητής του οικοπέδου της ο Αντωνιάδης, ο Θόδωρος ο Πολυχρονιάδης, ο Θωμάς ο Βαφείδης και η Χαρούλα η Ουσουλτζόγλου – με την οποία η συνεργασία μου αργότερα στη θητεία της ως δημάρχου υπήρξε άψογη- μου είπαν όλοι, με πρώτο τον Πολυχρονιάδη, να κάνω τα χαρτιά μου και να διεκδικήσω τη Διεύθυνση της Στέγης, που τότε είχε η Βούλα Χατζίκου. Το '76 κάνω τα χαρτιά μου και προκρίνομαι. Επειδή όμως ήμουν ακόμα δεσμευμένος στο Δήμο της Καλλιθέας στην Αθήνα όπου ζούσα, ζητώ μια παράταση και την έχω. Αναλαμβάνω τη Διεύθυνση της Στέγης το 1977. Είχα εξαιρετική συνεργασία με τον Διευθυντή του Δήμου, τον Γιώργο Καλογήρου και αργότερα με τον διάδοχό του τον Χρήστο Σκουμπόπουλο, καθώς η Στέγη ανήκε στο Δήμο της Βέροιας ως Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, μετά έγινε Ιδιωτικού Δικαίου.
Οι συνθήκες της Μεταπολίτευσης επιζητούν έναν πολιτισμό ζωντανό και δυναμικό. Στο τιμόνι της Στέγης οδηγείτε τα πράγματα σε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Τα είδαμε εμείς οι νεότεροι, που μόλις πριν λίγα χρόνια είχαμε αφήσει τα πανεπιστημιακά μας θρανία, να μας ικανοποιούν απόλυτα. Ποιες είναι οι καλύτερες στιγμές εκείνης της εποχής για σας;
Πρωταρχικό μου μέλημα η επαφή με τους μορφωτικούς συλλόγους του Νομού. Πήγαινα σε κάθε χωριό, για να επικοινωνήσω με δανεικό αυτοκίνητο -του φίλου μου του Γιάννη του Πέτκου, εγώ δεν είχα- πετυχαίνοντας την αναδιοργάνωση ακόμη και συλλόγων που ήταν υπό διάλυση.
Έρχομαι σε επαφή με ανθρώπους σαν τον Στέλιο τον Σβαρνόπουλο, τον Γιάννη τον Σφηνίτσα, τον Θωμά τον Βαφείδη, τον Θόδωρο τον Πολυχρονιάδη, που στέκεται δίπλα μου βράχος και με κρατά σε συνεχή αναζήτηση και εγρήγορση. Ρωτάω, μαθαίνω, πιάνω τον σφυγμό της πόλης.
Ενεργοποίησα και το 10ο Δημοτικό Σχολείο με τη μικρή του σκηνή που φτιάξαμε, όπου κάναμε κι εκεί δραστηριότητες.
Οργανώνονται τα τμήματα της Στέγης, με προϋπάρχον το Κινηματογραφικό Τμήμα, που είχε ήδη μεγάλη απήχηση και δραστηριότητα, με 1000 μέλη και ενεργοποιημένο το Σύλλογο Φοιτητών που έκανε σοβαρή δουλειά.
Θυμάμαι έκαναν οι φοιτητές συνελεύσεις στο υπόγειο της Στέγης και μετά μέχρι που πήγαινα και σκούπιζα ο ίδιος, όταν τελείωναν! Χαλάλι τους όμως! Ήταν μια ενεργοποιημένη νεολαία, ένας δυναμικός σύλλογος που μακάρι να υπήρχε και τώρα.
Λειτουργεί ήδη το Δημοτικό Ωδείο και το Τμήμα Μπαλέτου, που έγινε με τον Φίλιππο τον Παναγιωτίδη, όταν ανέλαβε στο ΔΣ. Ο χώρος όμως δεν μας έφτανε. Προβλήματα καλλιτεχνικά συνυπάρχουν με πρακτικά και διοικητικά, στα οποία όμως βρίσκουμε λύσεις. Αρχίζει να λειτουργεί σωστά το Χορευτικό Συγκρότημα της Στέγης, που τις βάσεις του έθεσε η Βούλα Χατζίκου.
Ο Βαφείδης ξεκινά Τμήμα Ζωγραφικής σε χώρο που του εξασφαλίζουμε και η Βούλα η Κώστογλου στήνει το Φωτογραφικό Τμήμα, αγοράζοντας μάλιστα μηχανές με δικά της χρήματα. Το Μπαλέτο προχωρεί και θέλω να βάλω και την κιθάρα στο Ωδείο, που διέθετε μόνο πιάνο και βιολί. Αρχικά ξεκίνησε ο Δημήτρης ο Σωτηρίου, ώσπου η Στέγη προσέλαβε καθηγητή κιθάρας, αφού επισημοποιήθηκε το τμήμα.
Εν τω μεταξύ, θέλοντας να κάνω το Τμήμα Μπαλέτου επίσημη σχολή, ζητώ από τον Ντανιέλ Λομέλ, που βρίσκεται εκείνη την εποχή στο Κρατικό Θέατρο στη Θεσσαλονίκη, να γίνει καλλιτεχνικός διευθυντής στο Μπαλέτο της Στέγης με υπογραφή του. Αφού έρχεται και παρακολουθεί τα μαθήματά μας και τη σωστή λειτουργία μας, γίνεται το Τμήμα επίσημη σχολή.
Το '83-'84, μιλώντας με τον Θεοφάνους, τον Διευθυντή του Δημοτικού Ωδείου, του ζητώ να επικοινωνήσω με τον Θόδωρο Αντωνίου και το καταφέρνω.
Ο μεγάλοι άνθρωποι, σε πνεύμα και σε ήθος, αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά πως είναι απλοί. Κατεβαίνω στην Αθήνα και του ζητώ να οργανώσουμε τις Μουσικές Εβδομάδες με ξεχωριστούς κύκλους η κάθε μια, με στόχο να μείνει στον κόσμο η γνώση αλλά και η μουσική απόλαυση.
Πρώτη εβδομάδα αυτή για την Κλασική Μουσική, δεύτερη για τη μουσική στο Θέατρο και συνεχίζουμε…
Όχι απλά δέχεται ο Αντωνίου αλλά με τον Γιώργο τον Κουρουπό, την Νίνα την Πατρικίδου, την Ντόρα την Μπακοπούλου, έρχονται όλοι στη Βέροια χωρίς αμοιβή, μόνο με τα έξοδά τους.
Είχε έρθει τότε η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και πέρα από τα ονόματα που προανέφερα, η Σόνια Θεοδωρίδου τραγούδησε Χατζιδάκι, Θεοδωράκη με τη Ντόρα Μπακοπούλου στο πιάνο. Στη «Μουσική για το Θέατρο» ήρθαν ηθοποιοί του ΚΘΒΕ να τραγουδήσουν τραγούδια του αντίστοιχου κύκλου.
Ο Αντωνίου μάλιστα, τη δεύτερη μέρα των εκδηλώσεων, μου ζητά να κοπούν μικρά κομμάτια από ξύλο και σίδερο και με τον Κουρουπό τα μοιράζουν σε τάξη των παιδιών του 6ου Δημοτικού, σχηματίζοντας μ' αυτά μια μικρή ορχήστρα που έβγαζε μουσική, όχι απλούς ήχους. Καθώς με βλέπει να έχω μείνει μ' ανοιχτό το στόμα και ικανοποιημένος κι αυτός από την ανταπόκριση των παιδιών, με ρωτά «Αύριο σε ποιο σχολείο θα πάμε; Πάμε σε κανένα χωριό;». Και πήγαμε. Αυτός ήταν ο Αντωνίου, ένας ιδιαίτερος καλλιτέχνης και άνθρωπος.
Και μια και μιλάμε για μεγάλα αναστήματα, πώς να ξεχάσει κανείς την περίπτωση Χατζιδάκι! Κατεβαίνουμε στην Αθήνα, εγώ, ο Πολυχρονιάδης και η Ειρήνη η Κοτρίδου, να συναντήσουμε το Χατζιδάκι. Τον συναντούμε στον «Μαγεμένο Αυλό», όπου συνήθιζε να τρώει και αφού ακούει την πρότασή μας να ανέβει στη Βέροια λέγοντας «κύριε Χατζιδάκι, γνωρίζουμε το ανάστημά σας που προϋποθέτει μεγάλη αμοιβή, αλλά δεν διαθέτουμε το ανάλογο ποσό», μάς λέει με το γνωστό του περιπαικτικό ύφος «Θα έρθω τζάμπα! Αλλά, αν δω γραβάτες στην πρώτη σειρά, να ξέρετε θα φύγω!»
Ήρθε και η Στέγη δεν άντεχε την κοσμοσυρροή. Όλες οι ηλικίες με τους φοιτητές πρώτους να πλημμυρίζουν ασφυκτικά το χώρο! Να προσπαθούμε ν΄ ανοίξουμε διάδρομο για να ανέβει τις σκάλες ο Χατζιδάκις. Θρίαμβος! Αλλά αυτοί οι άνθρωποι ήταν αναστήματα μιας άλλης εποχής…
Αν πω ότι έφυγα πλούσιος από τη Στέγη είναι γιατί έκανα τα «Ημαθιώτικα», τις Μουσικές Εβδομάδες, τον Χατζιδάκι και τελευταίο άφησα το Λαϊκό Πανεπιστήμιο, που έγινε ένας εντυπωσιακός πυρήνας διαλόγου, καθώς συγκέντρωνε πολύ κόσμο που ερχόταν ν΄ ακούσει λαμπρές προσωπικότητες που φέρναμε χωρίς αμοιβή, κατεβαίνοντας στην Αθήνα. Ο κόσμος διψούσε για διακίνηση ιδεών, για διάλογο. Η Στέγη είχε γίνει μια πνευματική κυψέλη που συγκέντρωνε πολύ κόσμο και κόσμο ζωντανό.
Μιλώντας για κείνα τα χρόνια, από τα οποία μας χωρίζει απόσταση, και για τόσους ανθρώπους, που έκαναν τόσα πολλά, ίσως έκανα κάποιες παραλείψεις. Ας μου το συγχωρέσουν…
Δημιουργείτε το Μακεδονικό Θέατρο, πραγματοποιώντας επιτέλους το παλιό σας όνειρο και για πρώτη φορά το Θέατρο βγαίνει και στα χωριά του Νομού. Πώς βιώσατε εκείνην την εμπειρία; Τι αποκομίσατε;
Ό,τι μπορεί να νιώσει κάποιος που είναι φτωχός και γίνεται πλούσιος! Η πρώτη μου φροντίδα με τη γέννηση του Μακεδονικού ήταν να οργανώσω το παιδικό θέατρο. Νομίζω πως ήμασταν το πρώτο επαρχιακό θέατρο που έκανε παιδικό. Το ΔΗΠΕΘΕ αργότερα έκανε παιδική σκηνή, δέκα χρόνια μετά τη λειτουργία του.
Είχαμε ήδη έναν θεατρικό σπινθήρα με τον Όμιλο Φίλων Θεάτρου. Την πρώτη χρονιά ήμουν μόνος, τη δεύτερη όμως πλαισιώθηκα από μέλη και γίναμε σύλλογος. Γράφονται αρχικά 14 άτομα, με πρώτους τον Παύλο τον Γεωργιάδη και τον Γιάννη τον Ταϊπλιάδη, που ανεπίσημα με στήριζαν και την πρώτη χρονιά. Μετά γινόμαστε πολύ περισσότεροι, με πρόεδρο τον Θόδωρο Καζαντζίδη την πρώτη χρονιά και τη δεύτερη τον Παντελή Καλαμάτα. Μέλη τον Θόδωρο τον Πολυχρονιάδη, τον Γιώργο τον Καλογήρου, τον Θωμά τον Βαφείδη, τον Φίλιππο τον Παναγιωτίδη, το Λάζαρο το Μαυρίδη και άλλους.
Στις πρώτες παραστάσεις μοιραστήκαμε ρόλους με τον Όμιλο. Με το «Τάβλι» πήγαμε και στο Φεστιβάλ Χαλκίδας με τον Φώτη Σιμόπουλο και τον Γιάννη Ταϊπλιάδη. Τα σκηνικά όχι μόνο τα σχεδίασα αλλά και τα κατασκεύασα ο ίδιος. Τα πάντα περνούσαν από το χέρι μου. Τότε, συνεργαστήκαμε και με τον Παύλο Κοντογιαννίδη, την Ελένη Γερασιμίδου και τη Σίσυ Αλατά.
Εδώ, πρέπει να προσθέσω ολοκληρώνοντας πως νουνός του «Μακεδονικού ήταν ο τότε Νομάρχης Γιαννόπουλος, ένας ιδιαίτερα φιλότεχνος άνθρωπος. Εν πάση περιπτώσει, μπορεί η πορεία αυτού του θεάτρου να ήταν δύσκολη, μου έδωσε όμως μεγάλη χαρά.
Πέρα από τις διοικητικές θέσεις έχετε μια μακρά θητεία ως ηθοποιός στην Αθήνα, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και εδώ στη Βέροια. Εδώ μάλιστα σκηνοθετήσατε κιόλας. Από την εμπειρία σας στο σανίδι ποιες στιγμές θυμάστε έντονα;
Υπήρξα περισσότερο εμπειρικός σκηνοθέτης, με βάσεις μόνο από τον δάσκαλό μου τον Μιχάλη τον Κουνελάκη. Μια πραγματικά καλή δουλειά μου ήταν το ανέβασμα των «Βατράχων» του Αριστοφάνη και θεωρώ πως την επιτυχία της την οφείλω στον πολύ σημαντικό διασκευαστή τους, τον Γιάννη τον Καλαντζόπουλο. Θυμάμαι την απήχηση που είχαν στα παιδιά οι «Βάτραχοι». Ήταν ενθουσιασμένα!
Ως ηθοποιός θυμάμαι μια από τις πρώτες μου θεατρικές δουλειές μετά τη Σχολή, την «Άφιξη του Καποδίστρια». Επιλογή του σκηνοθέτη να παίξω εγώ τον Καποδίστρια. Καθώς μπαίνω στην εκκλησία βγαίνει από το κοινό κάποιος θεατής και μου φιλά το χέρι με σεβασμό! Αυτό ήταν η τέλεια μέθεξη του θεατή. Εντυπωσιάστηκα.
Αργότερα, που παίζω στη «Δίκη του Κολοκοτρώνη», ορμά ένας από το κοινό ανεμίζοντας κατά των διωκτών του Κολοκοτρώνη μια καρέκλα απειλητικά. Στιγμές που δείχνουν την επαφή του κοινού με το έργο αλλά και με τον ηθοποιό.
Άλλοτε πάλι μια μαντηλοφορούσα γυναίκα στην πρώτη σειρά σε παράσταση, πριν από την άφιξη της τηλεόρασης στα σπίτια μας, πάει να με αγγίξει καθώς παίζω και λέει με θαυμασμό «καλέ, είναι ζωντανός!»
Μια πραγματικά ουσιαστική στιγμή της καριέρας μου ήταν ο ρόλος μου στο «Οι πρόσφυγες στην Ελλάδα», όπου έζησα τα γεγονότα που μου αφηγήθηκαν οι πόντιοι πρόσφυγες γονείς μου, αυτήν τη φορά πάνω στο σανίδι.
Αλλά απ' όλους τους ρόλους μου νομίζω πως θα διάλεγα τον μονόλογό μου στις «Βλαβερές συνέπειες του καπνού» του Τσέχωφ και το ρόλο μου στο «Τάβλι» του Κεχαΐδη. Ρόλοι πλούσιοι που μου πήγαιναν.
Και κλείνοντας, τι είναι για σας το Θέατρο και τι είναι ο Πολιτισμός; Αυτές οι δύο λέξεις άλλωστε καθόρισαν τη ζωή σας.
Πολιτισμός είναι η διάθεση να προωθήσεις τη συνεργασία, τον αλληλοσεβασμό, την αγάπη για τις τέχνες και τα γράμματα, ωφελώντας το σύνολο και το άτομο. Πολιτισμό δεν κάνουν οι πολιτικοί, κάνουν οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι, σαν το Θόδωρο τον Πολυχρονιάδη, που νοιάζονται γι' αυτόν και τον κάνουν στόχο της ζωής τους.
Όσο για το Θέατρο, αν δεν είναι ένας ζωντανός οργανισμός που δίνει στον καθένα ζωή, καλλιτέχνες και θεατές, τότε δεν είναι Θέατρο.
Γιατί κάνει κάποιος Θέατρο; Για να γνωρίσει τον άλλο του εαυτό. Αυτό, λοιπόν, διδάσκω ακόμη και τώρα. Το Θέατρο σε ελευθερώνει, ελευθερώνει το μυαλό και την ψυχή σου.
Θεόδωρος Πολυχρονιάδης





Φωτογραφίες: faretra.info
Ανήσυχος και ενεργός πολίτης ο γιατρός Θόδωρος Πολυχρονιάδης αντανακλά στην πορεία της ζωής του την πορεία της πόλης του, της Βέροιας, καθώς αυτή περνά από το παλιό στο καινούριο, αλλάζοντας πρόσωπο.
Αισιόδοξος από τη φύση του, δυναμικός και δημιουργικός, αγαπητός στους ασθενείς του, μιλά για πρόσωπα, γεγονότα και εικόνες της πόλης και της ζωής του, για την προσπάθειά του να είναι πάντα ένα ζωντανό κύτταρο ιδιαίτερα στον τομέα του Πολιτισμού, πιστεύοντας πως η συλλογική προσπάθεια χτίζει το στέρεο μέλλον ενός τόπου.
Ο Πολυχρονιάδης είναι από το σπάνιο εκείνο υλικό ανθρώπων, που γεννήθηκαν για να στροβιλίζονται ακούραστοι δημιουργικά, αφήνοντας παντού τα χνάρια τους και δείχνοντας το δρόμο.
Μια 80χρονη πορεία ζωής, που ακόμη και τώρα διατηρεί την εφηβική ορμή της.
Βέροια, 1939. Γεννιέστε σε μια λαϊκή οικογένεια. Ο πατέρας Στέργιος έχει χάνι και πεταλουργείο και μεγαλώνοντας ζείτε τα γεγονότα της Κατοχής, του Εμφυλίου αλλά και γενικότερα μιας Ελλάδας που προσπαθεί μέσα από τα πάθη της να ορθοποδήσει. Πόσο εκείνη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαμορφώνει την μετέπειτα προσωπικότητά σας;
Είχα την τύχη να γεννηθώ σε χάνι, σ' ένα αυτοσχέδιο σπίτι. Κάτι τέτοιο σε συνδυασμό με το πεταλουργείο ήταν ό,τι καλύτερο για την εποχή – μην ξεχνάμε ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα- και το εμπόριο γινόταν μέσα από τα χάνια.
Οι Γερμανοί φύγαν το '44. Τους θυμάμαι πολύ αμυδρά. Έμπαιναν με τα ωραία άλογά τους στο χάνι μας. Είχαν στάβλο στους Στρατώνες, και σταβλίζονταν ακόμη και στην Παλαιά Μητρόπολη. Και δε μιλάμε μόνο για τον αύλειο χώρο, μιλάμε για το εσωτερικό του ναού.
Θυμάμαι την παλιά γειτονιά μας, εδώ στην καρδιά της Βέροιας… Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, εδώ ανδρώθηκα. Ακόμη και το σπίτι που αγόρασα και ζω τόσα χρόνια είναι στον ίδιο χώρο, στο εμπορικό κέντρο της πόλης.
Ο κόσμος τότε βρέθηκε ανάμεσα στην επεκτατική πολιτική του Ναζισμού, που εκφράστηκε μέσα από τα σχέδια του Χίτλερ, και την Οκτωβριανή Επανάσταση, που ευαγγελιζόταν μια κοινωνία ισότητας.
Η σύγκρουση των δύο ιδεολογιών περνούσε και μέσα από το χάνι μας. Ερχόταν οι καμπίσιοι, που ήταν πιο πλούσιοι, γιατί είχαν παραγωγή και ερχόταν και οι βουνίσιοι με την ξυλεία τους, κι αυτή λαθραία. Αυτοί οι τελευταίοι ερχόντουσαν νύχτα, ξεφόρτωναν τα ξύλα τους, τα πουλούσαν και κατά τις τρεις το ξημέρωμα κοιμόντουσαν πλάι στο τζάκι μας, για να ξαναφύγουν το πρωί, αφού ψώνιζαν, για το χωριό τους. Εννιά ώρες πορεία, παράδειγμα από το Δάσκιο, μέσα από μονοπάτια, να περνούν τον Αλιάκμονα με τα ζώα τους, να κινδυνεύουν να πνιγούν και να παγώνουν… Δύσκολες εποχές…
Εκεί, στο χάνι μας, εγώ ζυμώθηκα με τους ανθρώπους. Εμφύλιος… Εγώ ήμουνα ο γραφέας των γυναικών. Άλλοι από τους αριστερούς πολεμούσαν στο βουνό, άλλοι έφυγαν στις Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες αργότερα, και θέλαν οι γυναίκες τους να επικοινωνήσουν μαζί τους. Ερχόντουσαν από τα χωριά αυγά, κότες, αρνιά, που δίνονταν αντί αμοιβής για τις υπηρεσίες μας -φιλοξενία, πετάλωμα και γράμματα- που κάναν το χάνι μας να έχει αυτάρκεια σε τροφές! Ειδικά εγώ, ο γραφέας, μετέτρεπα την αμοιβή μου από αυγά σε λουκούμια πηγαίνοντας στο μπακάλη.
Το τζάκι μας είχε πάντα κάρβουνα. Έκοβες δυο φέτες λαρδί, φρυγανιές, ένα κρεμμύδι… Πόσο απλή και όμορφη ήταν η ζωή τότε…
Το χάνι δεν ήταν λοιπόν μόνο μια σκηνή, όπου παιζόταν το θέατρο της ζωής, αλλά εκεί γινόταν και διακίνηση ιδεών.
Ο πατέρας μου ήταν τότε στην ΕΔΑ. Στο χάνι μας το '48 πήγαιναν και έρχονταν μηνύματα. Στα δισάκια μέσα, τόσο απλά, μεταφέρονταν τα μηνύματα για το βουνό. Έτσι ο πατέρας μου, έχοντας έναν τέτοιο κομβικό χώρο επικοινωνίας, δεν γλύτωσε τη φυλακή. Τον φυλάκισαν στο 3ο-4ο Δημοτικό, που τα υπόγειά του ήταν τότε φυλακές. Φυλακές παντού, γεμάτες από αριστερούς, δεν είχανε πού να τους βάλουνε! Ο πατέρας μου τελικά, μετά από τρεις μήνες φυλάκισης, στη δίκη τούς έπεισε. Το επιχείρημα πως η φύση της δουλειάς του ήτανε τέτοια που επέβαλε να επικοινωνεί με αριστερούς και δεξιούς ήταν πειστικό. Αθωώθηκε! Ήταν μια εποχή που υπήρχε το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο, άσχετα με τα λάθη που έγιναν μετά.
Από το πεταλουργείο και το χάνι φοιτητής της Ιατρικής στη Θεσσαλονίκη. Πόσο η οικογένεια στήριξε αυτό το όνειρο για μια διαφορετική ζωή;
Αξέχαστα χρόνια εκείνα στο Δημοτικό! Ήμουν εξαιρετικός μαθητής, αλλά και ο καλύτερος σμπομπαδόρος του σχολείου! Πώς και γιατί; Μα γιατί είχα ήδη ένα σωρό γνώσεις από τα μεγαλύτερα αδέλφια μου και θεωρούσα πως τα όσα μας μάθαιναν στο σχολείο τα ήξερα ήδη.
Ο πατέρας μου θυμάμαι έλεγε πως τα κορίτσια θα γίνουν μοδίστρες και τ' αγόρια πεταλωτήδες. Η μάνα μου όμως αντιστεκόταν. «Αν τα παιδιά μου παίρνουν τα γράμματα, θα σπουδάσουν» επαναλάμβανε. Η μάνα μου ήταν εξαιρετική μαθήτρια, από προσφυγική οικογένεια της Βιζύης που εγκαταστάθηκε στη Βέροια και, όπως συνηθιζόταν τότε, την σταμάτησαν από το σχολείο, για να βοηθήσει στο σπίτι. Είχε, λοιπόν, πάθος με τη γνώση και μας φρόντιζε πολύ, ώστε να μάθουμε γράμματα. Είχε ορκιστεί τότε πως θα κάνει οποιαδήποτε δουλειά, για να σπουδάσει τα δικά της παιδιά. Ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος που έβλεπε μακριά και ήταν ιδιαίτερα οργανωτική.
Εγώ ξεχώριζα από τ' αδέλφια μου, πράγμα που αντιλαμβανόταν η μάνα μου, και στην ευφυία αλλά και στο χαρακτήρα, καθώς ήμουν ήπιος και ευπροσάρμοστος.
Αν και τόσο μικρός, λοιπόν, δήλωσα στη μάνα μου πως τα μαθαίνω αμέσως τα γράμματα, άρα δεν χρειάζεται να παρακολουθώ και θα πηγαίνω στο σχολείο μόνο να δίνω εξετάσεις, για να περάσω στην επόμενη τάξη.
Φυσικά δεν με πήρε στα σοβαρά, εγώ όμως έκανα την απόφασή μου πράξη, κάνοντας συστηματικές σμπόμπες και, παίζοντας μ' έναν καλό μου φίλο, έπαιρνα κάθε μέρα τα μαθήματα από έναν συμμαθητή, ώστε να παρακολουθώ έτσι από μακριά το σχολείο. Ώσπου… αποκαλύφθηκα! Τελικά πείστηκα πως έπρεπε να παρακολουθώ κανονικά, μετά από πίεση και ένα μεγάλο κουτί καραμέλες που μου πρόσφερε η δασκάλα μου!
Μπορεί να… συμβιβάστηκα με την ιδέα του σχολείου, μετά από κείνην την πρώτη…επανάσταση, εκείνο όμως που έχω να πω είναι πως το μεγάλο σχολείο είναι η ίδια η ζωή, η οικογένεια, ο δρόμος, το παιχνίδι… Κι αυτά όλα τα έζησα εκείνα τα χρόνια και τα νοσταλγώ. Η εμπειρία είναι μεγάλος δάσκαλος και το διαπίστωσα και μετά στη ζωή μου σαν γιατρός.
Πώς στράφηκα στην Ιατρική; Αν και υπήρχε μια αρχική σκέψη να πάω στο Πολυτεχνείο, επηρεασμένος από την αδελφή μου κι από την φοβερή ανοικοδόμηση που επικρατούσε τότε ευνοώντας τους πολιτικούς μηχανικούς, που, αν ήταν προσεκτικοί στη διαχείριση, έκαναν λεφτά, με κέρδισε τελικά η Ιατρική, που μου φαινόταν ένα πεδίο ευρείας και ανθρωπιστικής δράσης. Δίνω εξετάσεις – για κακή μου τύχη με 40 πυρετό – και περνώ 74ος, θέση καθόλου ευκαταφρόνητη.
Επιστρέφετε στην πόλη σαν γιατρός πια και μέσα σε λίγα χρόνια γίνεστε πολύ γνωστός και αγαπητός. Ποιο ήταν το μυστικό αυτής της ιδιαίτερης σχέσης με τους ασθενείς σας;
Πραγματικά η Ιατρική αποδείχτηκε για μένα ένας χώρος δράσης που μπορεί να με κούρασε, γιατί ήμουν δίπλα στον ανθρώπινο πόνο, αλλά η αγάπη, που μου έδειχνε και μου δείχνει ακόμη και τώρα που δεν εργάζομαι ο κόσμος, ήταν και είναι για μένα η μεγαλύτερη αποζημίωση.
Τρία πράγματα με χαρακτήριζαν ως γιατρό. Η παρατηρητικότητα, η υπομονετική προσοχή απέναντι σε όσα λέει ο ασθενής, και η μη απαξίωση κάποιων πρακτικών μεθόδων, που ο ασθενής θα ήθελε εκείνα τα πρώτα χρόνια, αλλά και αργότερα, να εφαρμόσει. Δεν μπορούσες εύκολα να ξεκόψεις τους ασθενείς τότε από πράγματα που είχαν περάσει στην καθημερινότητά τους από γενιά σε γενιά και ιδιαίτερα τους ασθενείς που προέρχονταν από ορεινά χωριά.
Ακόμη έβλεπα πως πολλές αρρώστιες ήταν ολοφάνερα ψυχογενείς και προσπαθούσα να προσανατολίσω σωστά τους ασθενείς μου ακούγοντάς τους. Μπορούσα να τους ακούω ώρα να μου εξομολογούνται, χωρίς πολλές φορές να πληρώνομαι. Αυτό μας έφερνε πολύ κοντά και δημιουργούσε συναισθηματική επαφή. Το να κερδίσεις την ψυχή του ασθενή σου είναι πολύ σημαντικό στην Ιατρική.
Αλλά και κάτι ακόμη, που πιστεύω πως έπαιξε ρόλο στη σχέση με τους ασθενείς μου, ήταν η έκδηλη αισιοδοξία μου, που περνούσε και σ' εκείνους. Θυμόμουν πάντα τη φράση ενός γάλλου καθηγητή της Ιατρικής: «Μην τρέφετε αυταπάτες. Λίγους θα θεραπεύσετε, πολλούς μπορείτε να βοηθήσετε, όλους όμως μπορείτε να τους παρηγορήσετε.»
Και ο αθλητισμός; Υπήρξατε αθλητής με διακρίσεις. Επηρέασε ο αθλητισμός τον τρόπο ζωής σας και το χαρακτήρα σας; Τι νομίζετε πως του οφείλετε;
Ανακάλυψαν οι καθηγητές μου τις αθλητικές μου ικανότητες στην 7η Γυμνασίου. Δευτερονίκης στο τριπλούν δυο φορές στην Αθήνα με το Πανεπιστήμιο, με νίκες στον Ηρακλή Θεσσαλονίκης και με διακρίσεις στη σφαιροβολία στο στρατό. Και δρομέας. Από κατοστάρι μέχρι 400 μέτρα σκυταλοδρομία.
Ο αθλητισμός σίγουρα διαμόρφωσε τον τρόπο ζωής μου και το χαρακτήρα μου. Γίνεσαι περισσότερο δυναμικός αλλά και πειθαρχημένος. Είναι φυσικό ο αθλητισμός να πολλαπλασιάζει τα θετικά στοιχεία που ο κάθε χαρακτήρας διαθέτει και να μειώνει τα αρνητικά. Σε βάζει στον κόσμο της συλλογικότητας, της άμιλλας, σε κάνει αγωνιστικό όχι μόνο στο στίβο τον αθλητικό αλλά και σε κείνον της ζωής.
Δεν μένετε στην ικανοποίηση της επαγγελματικής επιτυχίας, αλλά συμμετέχετε δυναμικά στην πολιτιστική ζωή του τόπου. Το 1976 εκλέγεστε από το Δημοτικό Συμβούλιο Βέροιας στο πρώτο 5μελές Διοικητικό Συμβούλιο της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Όλοι, όσοι ζήσαμε τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, θυμόμαστε το ρόλο της Στέγης, που αποτελούσε μια ζωντανή κυψέλη πολιτισμού. Πώς βιώσατε τη συμμετοχή σας σε κείνη την περίοδο και πώς τη βλέπετε σε σχέση με τη σημερινή, όσον αφορά στον πολιτισμό;
Από τα γυμνασιακά μου χρόνια λάτρευα ό,τι είχε σχέση με τον πολιτισμό. Ο πολιτισμός, ως ανώτερη μορφή κοινωνικής ζωής, με τραβούσε πάντα. Όταν, λοιπόν, εκλέχτηκα στο Συμβούλιο της Στέγης, ένιωσα πως ήμουν στο χώρο μου και μπορούσα να προσφέρω. Ο κόσμος τότε, μετά τη δικτατορία, ήταν διψασμένος για ελευθερία, για διάλογο, για τέχνη!
Δική μου ιδέα ήταν το Λαϊκό Πανεπιστήμιο. Εγώ το στήριξα και πρόβλεψα πόσο μεγάλη απήχηση θα είχε. Πήγαμε με τον Οδυσσέα τον Γωνιάδη στην Αθήνα και βρήκαμε τους οχτώ πρώτους ομιλητές. Ανάμεσά τους ο Κώστας ο Μπέης. Όλοι εκλεκτοί. Ο κόσμος έτρεχε να τους ακούσει. Διψούσε για διάλογο.
Ο Θόδωρος ο Χαλάτσης δημιούργησε την Κινηματογραφική Λέσχη με μεγάλη απήχηση, καθώς, μετά τις ταινίες, όλες προσεγμένες, ακολουθούσε συζήτηση. Μάλιστα το Υπουργείο Πολιτισμού, με εκπροσώπους του παρόντες κάποια μέρα στη Βέροια, ενθουσιάστηκε από τη Λέσχη μας αλλά κι απ' όλη την πολιτιστική μας κίνηση μέσα από τη Στέγη και υποσχέθηκε αμέριστη συμπαράσταση στην προσπάθειά μας. Ήμασταν μια πολύ δεμένη ομάδα, είχαμε πιάσει το σφυγμό της εποχής, κάνοντας και τις πρώτες θεατρικές σκηνές.
Θυμάμαι φέραμε τότε τον Μάνο Χατζιδάκι ή τον Νικηφόρο Βρεττάκο, το ντόπιο δυναμικό όμως είχε τη θέση του, το βήμα του.
Για δύο χρόνια είστε ο διευθυντής της τοπικής εφημερίδας «Παρατηρητής», με την οποία -καθώς έχετε συγκεντρώσει γύρω σας ανθρώπους ανήσυχους και επιπέδου- πετυχαίνετε μια παρουσία δυνατή και διαφορετική στα δημοσιογραφικά δρώμενα. Πώς ξεκίνησε και γιατί εξέπνευσε εκείνη η προσπάθεια;
Ξεκινήσαμε για να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Ήμασταν μια ομάδα, που συμφωνήσαμε να συμπορευτούμε, χωρίς να μας επηρεάζουν οι πολιτικές μας πεποιθήσεις. Η ύλη μας έβγαινε μετά από συμβούλιο. Ήμασταν μια πλήρης εφημερίδα 15ήμερη, με κύριο άρθρο, με γελοιογραφία στην πρώτη σελίδα, με άλλα άρθρα προσεκτικά επιλεγμένα, που τη διέκρινε η σοβαρότητα και η αντικειμενικότητα. Μπορεί οι συνεργάτες μου να με όρισαν διευθυντή της εφημερίδας, ήμασταν όμως και νιώθαμε ισότιμοι.
Οι συνεδριάσεις μας γινόταν το βράδυ στο ιατρείο μου. Στην ομάδα ανήκαν ο Πυθαγόρας και η Νίκη Ιεροπούλου, ο Νίκος ο Παπαγιαννούλης, ο Κώστας ο Παπαδόπουλος, ο Γιώργος ο Τζήκας, ο σκιτσογράφος μας. Δυστυχώς εξέπνευσε αυτή η τόσο ωραία προσπάθεια, γιατί με την 15ήμερη κυκλοφορία της χανόταν η επικαιρότητα και μια εβδομαδιαία εφημερίδα είχε άλλες απαιτήσεις.
Τα χρόνια περνούν, αλλά εσείς συνεχίζετε να δραστηριοποιείστε στον τομέα του πολιτισμού. Αναβιώνετε μαζί με άλλους πολίτες πριν 9 χρόνια τον «Όμιλο φίλων Θεάτρου και Τεχνών» και γίνεστε ο πρόεδρός του για δύο χρόνια. Σήμερα ο «Όμιλος», ζωντανός και δημιουργικός, έχει κατακτήσει μια θέση στη ζωή της πόλης και τελευταία έχει διακριθεί πανελλαδικά σε θεατρικούς αγώνες. Πώς βλέπετε την πορεία του από την αρχή της δημιουργίας του μέχρι σήμερα;
Πριν πολλά χρόνια ο Χρίστος Τσολάκης με τον Πέτρο τον Χειμωνίδη έβαλαν τις βάσεις του «Ομίλου», πιστεύοντας στην ντόπια ερασιτεχνική θεατρική παραγωγή. Όταν θελήσαμε να αναβιώσουμε τον θεσμό αυτό, εγώ, ο Νίκος ο Μανούδης, ο Φώτης ο Σιμόπουλος και άλλοι, σκεφτήκαμε να διευρύνουμε τις δραστηριότητες του «Ομίλου» προσθέτοντας και τη λέξη Τεχνών, που δεν υπήρχε στην πρώτη μορφή του.
Κάναμε γραφείο, χάρη στον Σούλη το Λιάκο που μας παραχώρησε το οίκημα, το διαμορφώσαμε και δώσαμε το στίγμα μας στην πόλη με θεατρικές παραστάσεις και όχι μόνο. Για παράδειγμα τιμήσαμε τον συνθέτη και δημοσιογράφο, ιδιοκτήτη της Εφημερίδας «Βέροια», Γιώργο Καλογήρου και παρουσιάσαμε τους αδελφούς Τσαχουρίδη, σε δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις.
Πόσο σημαντική ήταν η αναβίωση; Πιστεύω πως ήταν, γιατί ανέδειξε ντόπιες δυνάμεις. Πάντα ο σκοπός ενός συλλόγου, ενός φορέα ή οργανισμού, πρέπει να είναι ένας και μοναδικός. Πέρα από την προβολή της Τέχνης με τα μεγάλα ονόματα ή τις καινούριες ιδέες που θα φέρει απ' έξω, εφόσον μπορεί να το κάνει, είναι να αποκαλύψει τις δυνάμεις που κρύβονται σ΄ αυτόν τον τόπο.
Ανάμεσα στο 2008 και το 2011 βγαίνουν τρία βιβλία σας. Ποιητικοί σχηματισμοί και όχι ποιήματα, όπως τα ονομάζετε με σεμνότητα, με τον τίτλο «Βαβέλ», διηγήματα με τον τίτλο «Εικόνες που έζησα» κι ένας τόμος με άρθρα, κείμενα και σχόλια αργότερα. Τι σας κάνει να γράψετε, τι είναι για σας η γραφή, μια άλλη μορφή δράσης;
Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις το γιατί στρέφεσαι στη γραφή. Χιλιάδες σκέψεις και εικόνες περνούν από το ανθρώπινο μυαλό και κάποιοι όχι μόνο θέλουν να τις καταγράψουν, αλλά και να τις κοινοποιήσουν, να τις μοιραστούν με τους άλλους.
Είναι ένα μυστήριο αυτό που γεννιέται μέσα σου, χωρίς να μπορείς να το εξηγήσεις. Είναι μια βαθύτερη ανάγκη έκφρασης. Κάτι σαν σαράκι που σε τρώει. Ψάχνεσαι. Ψάχνεις τρόπους να το βγάλεις από μέσα σου και μοιραία αφήνεσαι σ' έναν μοναχικό δρόμο αναζήτησης, που είναι βασανιστικός. Βέβαια, για να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο, δε σημαίνει ότι όσοι θέλουμε να γράφουμε είμαστε και ξεχωριστοί, το σαράκι όμως της γραφής, όταν υπάρχει, είτε είσαι ξεχωριστός είτε όχι, σε τρώει.
Ήμουν πάντα ανήσυχος. Η μάνα μου, κι όταν ακόμα ήμουν παιδί, το σχολίαζε λέγοντας « Μα, δεν θα ησυχάσεις ποτέ;». Και τώρα ακόμα, στα 80 μου, η ανησυχία είναι συνυφασμένη με το χαρακτήρα μου. Ανησυχία έκφρασης αλλά και ανησυχία δράσης.
Η δράση βρίσκει για σας κι άλλη μορφή έκφρασης με τη συμμετοχή σας στους «Ενεργούς Πολίτες» της Βέροιας, με τους οποίους πετυχαίνετε μετά από αγώνα χρόνων την αποκατάσταση της Παλαιάς Μητρόπολης, στην οποία η Αρχαιολογική Υπηρεσία δίνει τη μορφή που έχει σήμερα. Μάλιστα το τελευταίο βιβλίο σας με τίτλο «Αφιέρωμα στην Παλαιά Μητρόπολη» δείχνει με μια σειρά αρθρογραφίας το πάθος και την αγάπη σας για το συγκεκριμένο μνημείο αλλά και κάποια πικρία για την τελική μορφή του. Γιατί;
Γιατί το πάθος και η αγάπη; Γιατί εκεί μεγάλωσα, εκεί έπαιξα. Φεύγοντας οι Γερμανοί το '44, στην αυλή του ναού παίζαμε και ο αρχιμανδρίτης, ο π. Βασίλειος, μας συγκέντρωνε στο ένα από τα δύο σπιτάκια που υπήρχαν εκεί για το Κατηχητικό. Οι αναμνήσεις μου, λοιπόν, από το χώρο συνδέονται με τα παιδικά και τα νεανικά μου χρόνια και είναι πολύ έντονες.
Ο αγώνας μας για την αποκατάσταση του μνημείου ξεκινά το 2009. Ξεκινήσαμε 14 άτομα σαν κίνηση και όχι σαν σύλλογος. Θελήσαμε να δώσουμε στην προσπάθειά μας εθελοντική μορφή, γιατί ο σύλλογος μετά από μερικά χρόνια εκφυλλίζεται κι εμείς θέλαμε διάρκεια, για να πετύχουμε το σκοπό μας. Τόσα χρόνια παραμείναμε στην Κίνηση και οι 14, απλά επιλέγουμε μια επιτροπή ως εκτελεστικό όργανο.
Εκείνοι που πετύχαμε την έγκριση κονδυλίων για το μνημείο ήμασταν οι τρεις μας, ο Παύλος Πυρινός, ο Αλέξανδρος Τρομπούκης κι εγώ, πετυχαίνοντας μια συνάντηση με τον Αντώνη Σαμαρά με τη μεσολάβηση του Κώστα Ζιώγα, που τον γνώριζε.
Το κονδύλιο εγκρίθηκε μετά από πολλές πιέσεις και ανέλαβε η Αρχαιολογία την αποκατάσταση. Η αποκατάσταση του εσωτερικού χώρου είναι εξαιρετική, προκαλώντας στον επισκέπτη τον θαυμασμό. Τα παράπονά μας εστιάζονται στον αύλειο χώρο. Ο αύλειος χώρος είναι σημαντικός για την ανάδειξη του μνημείου και πρέπει νομίζω να υπόκειται στην οπτική ενός αρχιτέκτονα τοπίου. Επιπλέον ο ναός πρέπει να είναι περίοπτος, αφού πέσει το γειτονικό κτίριο που ήδη έχει απαλλοτριωθεί. Γι' αυτό αγωνιζόμαστε, για να ολοκληρωθεί η αποκατάσταση με τον καλύτερο τρόπο και να αναδειχθεί το μνημείο.
Ζήσατε κυριολεκτικά σαν ένας ενεργός πολίτης, συμβάλλοντας κι εσείς στη διαμόρφωση του προσώπου της Βέροιας, όπως και όσο μπορούσατε. Τι θα είχατε να πείτε σήμερα στους πολίτες με την εμπειρία σας;
Τα θεσμικά όργανα της πόλης αλλά και οι πολίτες της είμαστε συνυπεύθυνοι, ώστε να κάνουμε την πόλη καλύτερη. Και όχι μόνο την πόλη αλλά όλο τον Νομό μας, που έχει τέτοιο ιστορικό και θρησκευτικό υπόβαθρο. Και ας μην ξεχνάμε και τις παραγωγικές του δυνατότητες. Η ανάπτυξη και η πρόοδος, όσο κι αν καθορίζεται στις μέρες μας από τα μεγάλα κέντρα εξουσίας του Εξωτερικού, δεν παύει να εξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος κι από μας.
Αγνή και καθαρή συμμετοχή, λοιπόν, στα κοινά, όχι για άμεσο και προσωπικό κέρδος, αλλά για οφέλη στα οποία οδηγεί η συλλογικότητα. Και μην ξεχνάμε και τη φράση του Στρατηγού Μακρυγιάννη «Είμαστε εις το εμείς και όχι εις το εγώ».
(Ο Θεόδωρος Πολυχρονιάδης έφυγε από τη ζωή στις 14 Ιουλίου 2024).
Φώτης Σιμόπουλος



Ο Φώτης Σιμόπουλος γεννήθηκε και κατοικεί στη Βέροια, όπου εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. Σπούδασε Φυσική Αγωγή στο Α.Π.Θ. και στο Ε.Κ.Π.Α. Υπηρέτησε ως στέλεχος της εκπαίδευσης επί 20 έτη, δ/ντης 2 έτη σε γυμνάσιο και 18 έτη σε λύκεια. Διετέλεσε Πρόεδρος και μέλος του Δ.Σ. του Ομίλου φίλων θεάτρων και τεχνών Βέροιας.
Έχει εκδώσει τα επιστημονικά συγγράμματα: ''Η Φυσική Αγωγή στο Γυμνάσιο και στο Γυμναστήριο'', Επικαιρότητα 1987 και ''Το Σκι για Όλους, Χιονοδρομία Καταβάσεων'', Παρατηρητής 1992.
Είναι συγγραφέας θεατρικών έργων: ''Τα Τηλέφωνα'' Βέροια 2009'' και ''Αμίλητος-Αμείλικτος Καθρέφτης'', Βέροια 2017.
Έχει επίσης κυκλοφορήσει το μουσικό του άλμπουμ: Σαν του Ουρανού το Γαλάζιο Χάδι, σε στίχους και μουσική δική του και συντελεστές τους: Μέρκο Κούτρα, Χριστίνα Παντελίδου.
Έργα του:
«Το χαμόγελο των αστεριών», Εκδόσεις Παρατηρητής, 2001
«Τζεμίλα Άγια», Εκδόσεις Γράφημα, 2012
«Ο αμίλητος-αμείλικτος καθρέφτης», Γ΄ βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών 2016
«Κάπου στη Μακεδονία», Εκδόσεις Πνοή, 2021
Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από συνέντευξη του Φώτη Σιμόπουλου, στον ιστότοπο now24.gr , στη δημοσιογράφο και συγγραφέα Μαίρη Γκαζιάνη , το 2021 (https://now24.gr/fotis-simopoulosoi-idees-kai-oi-skepseis-sxetizontai-me-ti-genikoteri-sugkrotisi-kai-upodomi-mas/ ).
Κύριε Σιμόπουλε, ποιο ήταν το έναυσμα ώστε ν' ασχοληθείτε με τη συγγραφή;
Από τα φοιτητικά μου χρόνια σκάλιζα κάποια στιχάκια για τραγούδια, σταδιακά ασχολήθηκα με τον πεζό λόγο-διηγήματα κυρίως. Με το πέρασμα των ετών και την παρότρυνση φίλων αποφάσισα ν' ασχοληθώ με το μυθιστόρημα. Κυρίως ένας εσωτερικός διάλογος οδηγεί στην απόφαση για συγγραφή.
Πώς μια ιδέα έρχεται και σφηνώνεται στο μυαλό σας ώστε να γίνει βιβλίο και τι μπορεί να αποτελεί έμπνευση;
Οι ιδέες και οι σκέψεις σχετίζονται με τη γενικότερη συγκρότηση και υποδομή μας. Όμως οι ιδέες και τα θέματα που θα διεγείρουν το ενδιαφέρον και το συγκινησιακό πλέγμα καθενός, λειτουργούν ανεξέλεγκτα και χαοτικά. Συνεπώς εδώ εδράζεται το απρόσμενο φαινόμενο της τέχνης ώστε να προκύπτουν αποτελέσματα που εκπλήσσουν. Προσωπικά κάποια θέματα σφηνώνονται στο μυαλό μου και ταλανίζουν τη σκέψη μου για καιρό• είναι μια πίεση που αισθάνομαι και η οποία εκτονώνεται με τη συγγραφή. Οτιδήποτε αντιβαίνει σε μια κανονικότητα, μπορεί να γίνει ο σπόρος για έμπνευση και δημιουργική Πνοή…
Κι από τη στιγμή που προκύπτουν τα παραπάνω, πόσος χρόνος και πόση αφοσίωση απαιτείται έως ότου ολοκληρώσετε ένα μυθιστόρημα;
Προσωπικά λειτουργώ εγκεφαλικά και χρειάζομαι άνεση χρόνου, έτσι εξηγείται η σχεδόν δεκαετής χρονική απόσταση μεταξύ των τριών μυθιστορημάτων.
«Κάπου στη Μακεδονία» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου σας. Δεδομένου ότι γεννηθήκατε και εργαστήκατε στη Βέροια ως εκπαιδευτικός, η ιστορία που αφηγείστε αφορά τον τόπο σας;
Κυρίως ναι, αλλά όχι μόνο δεδομένου του ιστορικού πλαισίου στο οποίο διαδραματίζονταν παρόμοια γεγονότα στη Μακεδονία. Αλλά Αθήνα και Θεσσαλονίκη είναι παρούσες στην πλοκή.
Με τι έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης στις σελίδες του βιβλίου;
Με έναν γεωγραφικό χώρο ελάχιστα καταγραμμένο στη λογοτεχνία μας, όπως επίσης και έναν τρόπο σκέψης και ενεργειών των ανθρώπων της εποχής.
Υπάρχουν πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα –πέραν των ιστορικών– πάνω στα οποία βασίσατε την ιστορία σας;
Βεβαίως, αλλά η μυθοπλασία καταλαμβάνει σημαντικό μέρος.
Επιλέγετε να γράφετε πάντα θέματα που σχετίζονται με την ιστορία;
Πρώτη φορά το επιχειρώ.
Τι οφείλει να προσέχει ένας συγγραφέας που συνδυάζει την ιστορία με τη μυθοπλασία;
Να υπάρχει σχέση αιτίου αιτιατού αφενός και βέβαια το στοιχείο του απρόσμενου, το οποίο προσδίδει πρόσθετο ενδιαφέρον στην πλοκή, αφετέρου.
Τρία είναι τα σημαντικά ζευγάρια στο βιβλίο, ένα απεικονίζεται το εξώφυλλο. Ποιο από τα τρία θεωρείτε ότι συμβολίζει;
Την Αικατερίνη-Κατίνα με τον Αντώνη.
Όσα συμβαίνουν στους ήρωες της ιστορίας που αφηγείστε είναι πάρα πολλά. Η εξέλιξη στις ζωές τους εξαρτάται από τα γεγονότα ή από τις προσωπικές τους επιλογές;
Αμφότερα, αλλά και από το αναπάντεχο και απροσδιόριστο…
Η φιλία και ο έρωτας είναι δυο βασικά στοιχεία για τους ήρωές σας. Με ποιο τρόπο τους επηρεάζουν;
Ποικιλοτρόπως αφού τίποτε δεν είναι δεδομένο• απ' την άλλη πλευρά φιλία και έρωτας καθοριστικά επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας. «Τα πάντα γίνονται για την αγάπη• του κόσμου όλα τα όνειρα για την αγάπη» πρόσφατος στίχος μου…
Ποια είναι τα στοιχεία της σχέσης των οικογενειών που σας συγκίνησαν περισσότερο κατά τη συγγραφή του βιβλίου;
Η αλληλεγγύη και η συντροφικότητα κατά τις τραγικές στροφές της ιστορίας, η καρτερικότητα και η αδιάκοπη πάλη για ένα καλύτερο αύριο.
Με ποια συναισθήματα βιώσατε τη συγγραφική πορεία και ποια καταστάλαξαν μέσα σας γράφοντας τη λέξη τέλος;
Πλέγμα συναισθημάτων και κυρίως η προσπάθειά μου να εισχωρήσω στην ψυχοσύνθεση των ηρώων, ερχόμενος στη θέση τους. Η καταγραφή συναισθημάτων των άλλων και διαπροσωπικές σχέσεις τους δεν αφήνουν αμέτοχο τον γράφοντα. Χαρά, λύπη, ενθουσιασμός, απογοήτευση μερικά…
Πού δίνετε μεγαλύτερη σημασία, στις κριτικές των ειδικών ή στων απλών αναγνωστών;
Όλες οι κριτικές καλοδεχούμενες.
Πιστεύετε ότι οι Έλληνες διαβάζουν; Και τι είδους βιβλία επιλέγουν;
Νομίζω περισσότερο από παλιά. Κυριαρχεί το είδος της λεγόμενης γυναικείας λογοτεχνίας.
Νίκος Μανούδης










Η εργασία του εκεί και η πολύχρονη επαφή του με αυτό που θεωρούσε «εθνικό απόσταγμα», τον ώθησαν να γράψει το βιβλίο «ΤΣΙΠΟΥΡΟ και ΤΣΙΚΟΥΔΙΑ» (ιστορία, επιστήμη, λαογραφία, διηγήματα), εκδόσεις ΨΥΧΑΛΟΣ.
Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη συγγραφή θεατρικών έργων, με πρώτο εξ αυτών το θεατρικό παραμύθι σε μουσική Σούλη Λιάκου «ΒΟΗΘΕΙΑ ΚΟΛΛΗΣΑΜΕ» (εκδόσεις ΤΑΛΑΝΤΟΝ), το οποίο ανέβηκε σε σκηνές κουκλοθέατρου.
Ακολούθησαν τα «ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΕΛΕΦΑΝΤΕΣ» (εκδόσεις Αφοί Κυριακίδη), «ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ» (έκδοση ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης), «ΝΟΕΜΒΡΗΣ», «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ», «ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΜΟΥΣΚΑΡΙΟ» (μουσική Ιεροπούλου-Μπραβάκη), «Τ' ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ ΑΓΑΠΗ» και «ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΟΝΕΙΡΩΝ», τα οποία ανέβηκαν σε διάφορες επαγγελματικές σκηνές (ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, Κρήτης, Κοζάνης, «Θεατρική Διαδρομή» Αθήνα) και πολλές ερασιτεχνικές σκηνές (Βέροια, Μουδανιά, Αλεξάνδρεια, Παπάγου, Ντόρτμουντ Γερμανία, Αλεξανδρούπολη κ.ά.) με σκηνοθεσίες Γιάννη Καραχισαρίδη, Οδυσσέα Γωνιάδη, Κωστή Αποστολίδη, Ιππολύτης Μπάρκα κ.ά.).
Διετέλεσε μέλος και πρόεδρος του «Ομίλου Φίλων Οίνου και Πνεύματος» και του «Ομίλου Φίλων Θεάτρου και Τεχνών Βέροιας».
Στην έκδοση «11 ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ+23 ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ» (Θεσ/νίκη 2017) περιλαμβάνονται δύο διηγήματά του.
Το 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Γράφημα", το βιβλίο του «συν-ΥΠΑΡΞΕΙΣ, τρία θεατρικά έργα».
Το 2022 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Γράφημα", το βιβλίο του " Στον σταθμό και άλλες ιστορίες" Συλλογή Διηγημάτων.
Φωτογραφίες: faretra.info
Μπαίνοντας στο σπίτι του έχεις την αίσθηση πως η Τέχνη είναι παντού παρούσα.
Δεν είναι μόνο ο αγαπημένος του Γιάννης Τσαρούχης που επιβάλλεται στο χώρο – κάποιες φορές αντιγραμμένος από τον Μανούδη με μεγάλη επιτυχία, σπουδή πάνω στο έργο του- είναι και τα δικά του έργα, αυστηρές αγιογραφίες, και στον αντίποδα ανάλαφρα έργα, πολύχρωμες ομπρέλες που πετούν ή πεταλούδες που ανθίζουν στον κήπο της φαντασίας του. Πιο πέρα, στο τζάκι, οι πέτρες του. Άσπρη πέτρα σμιλεμένη σε απόλυτη αφαίρεση, εξαφανίζει τον όγκο της και μεταμορφώνεται υποβλητικά.
Όμως ο Νίκος Μανούδης, πέρα από το χρώμα και την πέτρα, χρησιμοποιεί ένα άλλο δυσκολότερο υλικό, το λόγο, και μ' αυτόν πλάθει τους ήρωές του, τους ρόλους των θεατρικών του έργων, που θα ζωντανέψουν στο σανίδι, όταν το έργο θα ανέβει στη σκηνή και θα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με το θεατή, κερδίζοντας ή χάνοντάς τον. Και το έκανε ήδη με επιτυχία. Θεατρικά του έργα ανέβηκαν όχι μόνο στη Βέροια, αλλά Κοζάνη, Αθήνα, έφτασαν μέχρι και την Κρήτη. Και συνεχίζει να γράφει…
Άνθρωπος χαμηλών τόνων, μιλά για τον εαυτό του και το έργο του, αφαιρώντας παρά προσθέτοντας. Όμως το αισθάνεσαι πως αποπνέει γνώση, πείρα και σιγουριά. Το Θέατρο είναι ο κόσμος του κι οι ήρωές του γεννιούνται μέσα σ' αυτόν το μαγικό κόσμο, διεκδικώντας τη δική τους θέση.
Εδώ και χρόνια είστε ένας από τους ανθρώπους της Βέροιας, που έχουν καταθέσει στα πνευματικά πράγματα της πόλης την προσωπική τους οπτική. Εσείς το κάνατε στον τομέα του Θεάτρου και ειδικά στη συγγραφή θεατρικών έργων. Όμως ταυτόχρονα σμιλεύετε την πέτρα, ζωγραφίζετε…
Είστε χημικός και εργαστήκατε ως χημικός στο Χημείο του Κράτους. Πώς συνδυάστηκε αυτή η ιδιότητα, του επιστήμονα των θετικών επιστημών, με τις συγγραφικές και καλλιτεχνικές σας αναζητήσεις;
Νομίζω ότι έχουμε βάλει διαχωριστικές γραμμές σε πολλά πράγματα, οι οποίες δεν ξέρω αν ισχύουν. Μάλιστα, πολλές φορές σκέφτομαι πως η γραφή δεν είναι ιδιότητα μόνο των φιλολόγων, που, γνωρίζοντας τόσο καλά τη γλώσσα και τους κανόνες της, κάποτε εγκλωβίζονται μέσα σ' αυτήν, ασκώντας πολλές φορές αυστηρή αυτοκριτική στη δική τους γραφή. Αντίθετα, εμείς των θετικών επιστημών δεν διακρινόμαστε γι αυτήν την αυστηρότητα στη χρήση των λέξεων. Είμαστε πιο ελεύθεροι. Νομίζω, λοιπόν, πως σ' όλους τους ανθρώπους πια ανήκει ο κόσμος των ιδεών και της έμπνευσης.
Εμένα με βοήθησε το ότι σπούδασα θετικές επιστήμες. Γιατί όλη αυτή η θετική σκέψη ζητούσε και ένα αντίβαρο. Η λογική ζητούσε και λίγο το παράλογο, ζητούσε τη φαντασία. Έτσι, δημιουργήθηκε μια πολύ ωραία ισορροπία.
Ξεκινάτε τη γραφή παράλληλα με τη δημιουργία ενός παιδικού κουκλοθίασου, ενώ βραβεύεται και ένα διήγημά σας. Βλέπουμε, δηλαδή, παράλληλα λογοτεχνική γραφή, θεατρική, αλλά και πρακτική ενασχόληση με το θέατρο. Σας κερδίζει τελικά η θεατρική γραφή. Γιατί;
Ένα μου μειονέκτημα, όσον αφορά στο τελικό αποτέλεσμα της δουλειάς μου, ήταν ότι δεν είχα πολλή επιμονή και υπομονή, ώστε να εστιάσω το ενδιαφέρον μου σε ένα πράγμα. Ήθελα με πάθος να εκφραστώ εκείνην την εποχή και το έψαχνα με πολλούς τρόπους. Από μικρός ζωγράφιζα και έγραφα, όμως με κράτησε περισσότερο κοντά της η θεατρική γραφή.
Και μιας και μπαίνουμε στο χώρο του Θεάτρου γενικά, ακόμα ασκούν πάνω μου μια ιδιαίτερη γοητεία όλα όσα σημαίνουν Θέατρο. Αν μπεις πίσω από τις κουίντες και ζήσεις τη μεταμόρφωση των ηθοποιών, που αποβάλλουν τον προσωπικό τους χαρακτήρα και «ενδύονται» το ρόλο, δε μπορείς παρά να γοητευτείς.
Έτσι, λοιπόν, η ακατανίκητη αυτή γοητεία του Θεάτρου με συνεπήρε, χωρίς όμως να εγκαταλείψω τη διάθεση να ζωγραφίζω ή να κάνω γλυπτά, όταν μπορώ. Είμαι… πολυπράγμων. Αυτό όμως δε φέρνει πάντα τα καλύτερα αποτελέσματα. Είναι μάλλον μειονέκτημα. Ίσως, αν καταπιανόμουν αποκλειστικά με ένα είδος, να είχα ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Φαίνεται πως έψαχνα να βρω διάφορους τρόπους έκφρασης και όχι έναν.
Ποιες δυσκολίες παρουσιάζει αλλά και ποια γοητεία ασκεί στο συγγραφέα η γραφή ενός θεατρικού έργου;
Επειδή σχετικά με τη θεατρική γραφή δεν είχα σπουδές, θεωρώ τον εαυτό μου «λαϊκό συγγραφέα», όπως χρησιμοποιούμε τον όρο «λαϊκός ζωγράφος».
Έμαθα παρακολουθώντας. Τεράστιο ρόλο έπαιξε σ' αυτό η παρουσία του ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, καθώς και κάποιων ανθρώπων του Θεάτρου. Ένιωθα ότι παρακολουθώντας συνεχώς βελτιωνόμουν.
Ο λόγος του Θεάτρου είναι λιτός, σπαρτιάτικος, δωρικός. Εγώ ήμουν λίγο περισσότερο «φλύαρος» αρχικά, ίσως επηρεασμένος από τη Λογοτεχνία, και ειδικά την πεζογραφία, (έγραψα διηγήματα και ένα μυθιστόρημα), με την οποία είχα ασχοληθεί. Η θεατρική γραφή όμως έχει την αφαίρεση της ποίησης. Αυτό ήταν μια δυσκολία στη γραφή, που, αν και έχει ελαχιστοποιηθεί, με απασχολεί ακόμα.
Η γοητεία έγκειται στο ότι έχεις τους ήρωές σου ολοζώντανους μπροστά σου και τους βλέπεις την ώρα που γράφεις. Μάλιστα, όταν έγραφα τον «Νοέμβρη», το πρώτο μου έργο, μελετούσα πώς θα μπορούσαν οι ήρωές μου να συμπεριφερθούν και έξω από τις συγκεκριμένες σκηνές που έστηνα, ώστε να είναι περισσότερο ζωντανοί και πειστικοί. Πρέπει να έχεις ολοκληρωμένη άποψη για τον ήρωά σου.
Οι «Εξομολογήσεις γυναικών» αλλά και το «Ιστορία για ελέφαντες» ήταν έργα που ανέβηκαν όχι μόνο στη Βέροια αλλά και αλλού, στην Κοζάνη, στην Αθήνα, στην Κρήτη. Γιατί πιστεύετε πως άρεσαν;
Ας ξεκινήσουμε από τις « Εξομολογήσεις». Ήταν συμπαραγωγή του «Ομίλου Φίλων Θεάτρου» και του ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας και πρωτοπαίχτηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών σαν μια κατάθεση στην Ημέρα της Γυναίκας, ανεβασμένο από τον Κώστα Αποστολίδη, που το ανέδειξε.
Απηχούσε τον τρόπο σκέψης και λόγου των γυναικών, όπως είχε εντυπωθεί μέσα μου από κουβέντες συγγενικών προσώπων των παιδικών μου χρόνων (γιαγιάδες, μαμάδες, θείες και φιλενάδες τους) αλλά και από εξομολογήσεις αργότερα κοριτσιών, που με έβρισκαν άξιο της εμπιστοσύνης τους. Είχα, λοιπόν, μια ολοκληρωμένη άποψη για το πώς λειτουργούν οι γυναίκες. Ο συγγραφέας είναι το «ενδιάμεσο» ανάμεσα στη ζωή και στο Θέατρο. Το έργο «κυλούσε», αυτό ήταν το μεγαλύτερο προσόν του.
Στο «Ιστορία για ελέφαντες» αφετηρία ήταν ο θάνατος, το φάσμα του θανάτου, ως μέσου όμως για να αξιοποιηθεί καλύτερα η ζωή. Το πρωταρχικό ζητούμενο για μένα είναι η αξιοποίηση αυτού του δώρου, του δώρου της ζωής. Αυτό, λοιπόν, το πάθος για τη ζωή προβάλλεται έντονα και στα δύο έργα και πιστεύω πως αυτό κερδίζει το θεατή.
Ποια, λοιπόν, πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά ενός θεατρικού έργου, ώστε να έχει απήχηση;
Για να μιλήσουμε για ένα κλασικό έργο και όχι του συρμού και εμπορικό, νομίζω ότι πραγματικά πρέπει να διεισδύσει στην ψυχή, να αγγίξει τις πολύ ευαίσθητες χορδές του θεατή, παράλληλα όμως να έχει μια τέτοια πλοκή, που να τον κρατά συνεχώς σε εγρήγορση με τις ανατροπές του.
Ποιοι Νεοέλληνες θεατρικοί συγγραφείς αλλά και ποιοι ξένοι σάς επηρέασαν στη γραφή σας;
Είμαι λάτρης του Τσέχωφ. Είναι πραγματικά γοητευτικός! Θεωρώ όμως πως στην Ελλάδα τονίστηκε περισσότερο η δραματική διάσταση στο έργο του, ενώ υπάρχει και η ανάλαφρη, με το λεπτό ιδιότυπο χιούμορ του. Πολυδιάστατος! Θεατρικός συγγραφέας, ενδιαφέρων διηγηματογράφος και γιατρός!
Όμως και ο Μπέργκμαν με γοητεύει με τα θεατρικά αλλά και με τα κινηματογραφικά του έργα. Με γοητεύει η φοβερή διείσδυση που κάνει στον ανθρώπινο ψυχισμό. Αλλά και πώς μπορώ να παραλείψω τον Ίψεν, τον Ιονέσκο, τον Ουίλιαμς, και προπαντός τον Πίντερ!
Από τους Νεοέλληνες αγαπώ πολλούς. Τον Καμπανέλη, το Μουρσελά, τον Ποντίκα, το Μάτεση, τους Κεχαίδη-Χαβιαρά… Και από τους νεότερους τον Άκη Δήμου, το Γιώργο Ηλιόπουλο, χωρίς να ξεχνώ τους πάντα διαχρονικούς Τσιφόρο και Σακελάριο.
Ασχοληθήκατε και με το παιδικό θεατρικό έργο. Είναι δυσκολότερη ή ευκολότερη η γραφή του;
Το «Βοήθεια, κολλήσαμε!» ήταν το παιδικό μου που είχε επιτυχία και μάλιστα κυκλοφόρησε και σε cd. Ήταν γέννημα του κουκλοθέατρου και το πρώτο θεατρικό μου.
Θεωρώ ότι η γραφή ενός παιδικού είναι κάτι διαφορετικό. Δεν είναι καθόλου εύκολο το παιδικό θέατρο, αν επιδιώκεις να δώσεις κάτι το οποίο δεν είναι επιφανειακό και τελικά… σαχλό. Το παιδί χρειάζεται τη δική του προσέγγιση.
Συμμετείχατε και συμμετέχετε ενεργά στον «Όμιλο Φίλων Θεάτρου και Τεχνών» της Βέροιας, του οποίου υπήρξατε και πρόεδρος στη διετία 2012-'13. Ποια εμπειρία αποκομίσατε όλα αυτά τα χρόνια απ' αυτήν τη δραστηριότητα;
Ο «Όμιλος» επανιδρύθηκε το 2006 και ξαναέγιναν εκλογές το 2007 χάρη στο Θόδωρο Πολυχρονιάδη. Χάρη σ΄ αυτόν υπάρχει ο « Όμιλος». Ο Θόδωρος είναι μια… ατμομηχανή ενέργειας, είναι ένας αιώνιος έφηβος!
Προσθέσαμε στον τίτλο του «Ομίλου» και το «Τεχνών», για να συμπεριλάβουμε στις δραστηριότητές μας κι άλλες μορφές Τέχνης πέρα από το Θέατρο. Ανεβάσαμε παραστάσεις και διάφορα δρώμενα – όπως το «Βέροια, πόλη μαγική», αφιέρωμα στα εκατό χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης- βρίσκοντας μεγάλη ανταπόκριση από τον κόσμο.
Εκείνο που μας δυσκόλεψε και μας δυσκολεύει πάντα είναι το ότι, ενώ η Βέροια έχει αίθουσες, έχουμε πάντα μια δυσκολία στην ανεύρεση αίθουσας, όταν θέλουμε ν' ανεβάσουμε κάποιο έργο.
Η «Στέγη» και ο «Χώρος Τεχνών» χρειάζονται χρήματα, για ν 'ανεβάσουμε κάποιο έργο… Έτσι, χρησιμοποιήσαμε το θεατράκι της Ραχιάς, το οποίο θέλαμε να το κάνουμε και έδρα του Ομίλου. Θα έπαιρνε μ' αυτόν τον τρόπο και ζωή. Θα δούμε…
Πάντως πέρα από τις παραγωγές και τη γενικότερη δράση μας του Ομίλου, θεωρώ ότι συντελέσαμε αποφασιστικά να πάρει άδεια η Στέγη ως θεατρική σκηνή, καθώς και το θεατράκι της Ραχιάς, που είναι ένα πραγματικό κόσμημα για τον ευρύτερο Δήμο, όπου θα μπορούν να γίνουν πάρα πολλές παραγωγές. Μάλιστα θα μπορούσε να έχει το ΔΗΠΕΘΕ παιδικές παραγωγές κάθε Κυριακή πρωί, ν' ανεβαίνουν επάνω οι γονείς να παίζουν τα παιδιά τους και να βλέπουν παιδικές παραστάσεις. Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο Όμιλος έχει προσφέρει και εξακολουθεί να προσφέρει.
Ποιος είναι ο ρόλος του ερασιτεχνικού θεάτρου στην πνευματική ζωή μιας πόλης;
Είναι σημαντικός, γιατί είναι ένα σκαλοπάτι για τη γνωριμία με το Θέατρο, εφόσον βέβαια γίνεται σωστά. Σ' αυτό το θέμα είμαι κάθετος. Θέλω το ερασιτεχνικό θέατρο να σέβεται το Θέατρο. Να μην είναι καρικατούρα, να μην είναι εύκολο.
Από το ερασιτεχνικό θέατρο έχουν βγει και ηθοποιοί και σκηνογράφοι και μουσικοί, γιατί το Θέατρο είναι μια Τέχνη που τα έχει όλα.
Ποια είναι η άποψή σας για τα ΔΗΠΕΘΕ αλλά και για τον σημερινό κίνδυνο που αντιμετωπίζουν; Ο ρόλος τους υπήρξε καταλυτικός, όταν ξεκίνησαν, και εξακολουθεί να είναι σημαντικός και σήμερα. Πιστεύετε πως θα τα αφήσουν αλώβητα μέσα στις σημερινές οικονομικές συγκυρίες;
Εγώ είμαι παιδί των ΔΗΠΕΘΕ. Αν δεν υπήρχε το ΔΗΠΕΘΕ της Βέροιας, δεν ξέρω αν θα είχα ασχοληθεί με το Θέατρο στο βαθμό που ασχολήθηκα. Ούτε θα είχα την πορεία που είχα, ξεφεύγοντας από τα σύνορα της Βέροιας. Το εφαλτήριο ήταν για μένα το ΔΗΠΕΘΕ. Υπερασπίζομαι με πάθος τα ΔΗΠΕΘΕ.
Όσο για το μέλλον τους θεωρώ ότι η κρίση πολλές φορές χρησιμοποιείται και ως άλλοθι της απραξίας, οδηγώντας στην αδράνεια. Θεωρώ ότι και με λιγότερα χρήματα και με πολύ καλή διάθεση μπορούν να γίνουν σπουδαία πράγματα. Πρέπει να τα αφήσουν να ζήσουν, γιατί είναι σημαντικοί πυρήνες πολιτισμού.
Και τώρα, τι καινούργιο ετοιμάζετε;
Είναι έτοιμα δύο θεατρικά έργα για το ανέβασμα των οποίων είμαι σε επαφές. Το ένα τιτλοφορείται «Εγώ» και το άλλο « Τα παιχνίδια της τύχης και του θανάτου». Είναι έργα ολιγοπρόσωπα, έργα εσωτερικής αναζήτησης.
Πώς βλέπετε την πορεία του Νεοελληνικού Θεάτρου σήμερα; Δε θα έπρεπε να γράφονται αλλά και να ανεβάζονται περισσότερα νεοελληνικά έργα, που να αγκαλιάζουν και να αποτυπώνουν τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, τη ζοφερή;
Συμφωνώ απόλυτα μ' αυτό, αλλά βλέπουμε ότι το εμπορικό θέατρο – υπάρχουν βέβαια κάποιες πειραματικές σκηνές και στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, που φέρνουν το καινούργιο- δε δίνει ευκαιρίες σε νέους συγγραφείς. Βλέπουμε τα ίδια και τα ίδια έργα συνέχεια, και το χειρότερο, βλέπουμε έργα που έχουν σχέση με τηλεοπτικούς πρωταγωνιστές, για να είναι οι κράχτες του έργου.
Έχουν τόσους ηθοποιούς και το «Κρατικό» και το «Εθνικό», που θα μπορούσαν να έχουν δέκα, παράδειγμα, μικρές σκηνές, δίνοντας το λόγο σε νέους συγγραφείς, μέσα από διαγωνισμούς ή υποβολή έργων. Θα έφερναν αυτά τα έργα τον αέρα του σήμερα.
Δυστυχώς όμως θέλουν να γεμίσουν τις αίθουσες με εύκολα πράγματα. Και μπορεί η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία που παίζονται τα καλοκαίρια να μην έχουν τα χαρακτηριστικά του « εύκολου», δεν παύουν όμως να παίζονται κατά κόρον, ενοχλώντας και με μια αμφισβητούμενη επιμονή στο «μοντέρνο».
Ας αφήσουμε τον Νίκο Μανούδη του Θεάτρου και ας πάμε στον Μανούδη καλλιτέχνη. Δίνετε ψυχή στην πέτρα δημιουργώντας μικρά γλυπτά και ζωγραφίζετε. Συμπληρωματική ενασχόληση με τη θεατρική γραφή ή το ίδιο σημαντική;
Σίγουρα τώρα πια συμπληρωματική. Ασχολούμαι αποκλειστικά με το Θέατρο. Όταν όμως θέλω να αξιοποιήσω τον ελεύθερο χρόνο μου, δίνομαι στη ζωγραφική ή τη γλυπτική μικρών έργων, παράλληλα.
Είστε όμως, το δηλώσατε και πριν από λίγο, κατ' εξοχήν άνθρωπος του Θεάτρου. Τι είναι, λοιπόν, για σας το Θέατρο; Πώς θα δίνατε τον ορισμό του, όσο πιο σύντομα και πυκνά μπορείτε;
Έχουν δοθεί άπειροι ορισμοί του Θεάτρου. Ο κλασικότερος είναι πως « το Θέατρο είναι ο καθρέφτης της πραγματικότητας». Εγώ επειδή ζω τη γοητεία του από τη στιγμή που ξεκινώ να πλάθω τους ρόλους μέχρι τη στιγμή που το έργο μου θα ανεβεί στο σανίδι, θα πω πως για μένα «το Θέατρο είναι ένα παιχνίδι ζωής». Γιατί παίζεις με τους ήρωες όταν γράφεις, ο σκηνοθέτης παίζει με το πώς θα στήσει το έργο, ο σκηνογράφος, ο ενδυματολόγος… ώσπου στο τέλος βλέπεις αυτό, που είναι ένα δημιούργημα του νου και της ψυχής σου, να ζωντανεύει πάνω στη σκηνή. Ναι, το Θέατρο είναι ένα γοητευτικό παιχνίδι.
Ο Τίτλος σας
Εδώ ξεκινά το κείμενό σας. Κάντε κλικ και αρχίστε να πληκτρολογείτε. Υσυ ατ φερρι πυτανθ ιυς θε νυμκυαμ σορρυμπιθ θε πρω δωλορε μελιορε ασυσαμ συμ ετ ιυφαρεθ ρεσυσαβο ραθιονιβυς θε παυλω λεγενδως σωνσεπθαμ ναμ ναθυμ αλιενυμ ανσιλλαε ιν συμ φιδιτ κυαερενδυμ εαμ συ φελ αν εραντ.
